Προσπαθούμε να κάνουμε μια συζήτηση της προκοπής για τη Δέσποινα που δεν προλαβαίνει να δει τον Ιάσονα κι όταν προλαβαίνει δεν έχει τι να κάνει το παιδί της, κι η Γιώτα, η σοφή γκαρσόνα, μπαινοβγαίνει, παρεμβαίνει, επεμβαίνει και μας έχει σπάσει τα νεύρα.
- Καλά, αυτή δεν είχε σταματήσει να δουλεύει εδώ; ρωτάει η Κάτια.
- Είχε διοριστεί στον ΟΓΑ, δε θυμάστε που κέρναγε τον κόσμο όλο; συμφωνεί κι η Δέσποινα.
- Δεν είχε διοριστεί, βάζω τα πράγματα στη θέση τους. Με stage είχε μπει. Και τώρα που αυτά τελειώνουν ξανάρχισε την παλιά της δουλειά για να μη μείνει τελείως άνεργη.
Την αγαπάμε τη γκαρσόνα μας, κι ας την κράζουμε συνήθως. Είναι η φωνή της συνείδησής μας. Τόσα χρόνια μας ακούει και σχολιάζει, είναι μια από μας. Κι έχουμε σκάσει που τώρα θα ξαναμείνει ουσιαστικά άνεργη – γιατί το «γκαρσόνα» δεν είναι δουλειά για μια γυναίκα στα τριανταπέντε με πτυχίο και μεταπτυχιακό.
- Να δω αν υπάρχει τίποτα στην εταιρεία, λέει η Κάτια. Μήπως τη χώσω εκεί.
- Τι να υπάρχει, ρε συ; την προσγειώνω. Κοινωνιολογία έχει σπουδάσει, τι να την κάνουν οι εταιρείες; Το πολύ-πολύ να την πάρετε να σηκώνει τα τηλέφωνα με 800 ευρώ. Ποιος μπορεί να ζήσει έτσι;
Μας έχει πιάσει το επαναστατικό μας με όλα αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν σε μας και τους φίλους μας. Κι ενώ συνεχίζουμε τη συζήτηση για τη ζωή που έχει δυσκολέψει και τις εκπτώσεις που κάνουμε χρόνο με το χρόνο στις ανάγκες μας για να τα βγάλουμε πέρα και πως έχουμε φτάσει να επιλέγουμε με πόνο καρδιάς μόνο τα αναγκαία, βλέπουμε να κατεβαίνει απ’ τη Θεμιστοκλέους ο Λεωνίδας, κοιτάζοντας, ως συνήθως, πίσω του για την περίπτωση που τον παρακολουθούνε και μιλώντας κανονικά στον εαυτό του.
Μας χαιρετάει σοβαρός κουνώντας το κεφάλι και μου κάνει νόημα πως κάτι θέλει να μου πει.
- Τι έγινε, Λεό, μου έχεις νέα;
- Έμαθα ποιοι παρακολουθούν την Κάτια: η Ασφάλεια. Δεν έχουν σχέση οι μπάτσοι. Και συνεχίζουν ακόμα, απλώς έγιναν πιο προσεκτικοί.
Του σκάω ένα φιλί στη μύτη. Ο Λεωνίδας μπορεί να φαίνεται γραφικός αλλά ξέρει ένα σωρό κάποιους από τον «χώρο», που ξέρουν κάποιους, που ξέρουν κάποιους που είναι, τελικά, ασφαλίτες. Κι οι πληροφορίες του είναι πάντα ακριβείς.
- Το βράδυ βγάλε το μωρό για φαΐ στη Ροζαλία. Κερασμένα απ’ την Ιωάννα σου.
Γυρίζω στα κορίτσια με ύφος «καλά, αυτό το παιδί…!».
- Τι έγινε; με ρωτάνε.
- Έλα, μωρέ, τα γνωστά λεωνιδίσια. Κάποιος τον παίρνει στο κινητό με απόκρυψη, τάχα για να τον εντοπίσουν κι αν ξέρω κανέναν που να μπορεί να του βάλει ένα σύστημα, λέει, που φτιάξανε κάτι τύποι στην Αμερική και τους μπερδεύει.
Τα κορίτσια σηκώνουν τους ώμους και η κουβέντα ξαναγυρίζει στη Γιώτα, τα stage και την υφέρπουσα οικονομική ένδεια της γενιάς μας.
Όμως, εμένα το μυαλό μου είναι αλλού. Αν την παρακολουθεί η Ασφάλεια, φαίνεται πως τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά. Σειρά, που λέει ο λόγος. Τουλάχιστον, αποκτούν κάποια λογική που μπορεί να αντιληφθεί το μυαλό μου. Γιατί, όπως πήγαιναν μέχρι τώρα, είχα αρχίσει να πιστεύω πως γίνομαι τρελή!
- Τι έγινε προχτές στο συνέδριο για τα ηλεκτρονικά βιβλία στο Χίλτον; με ρωτάει ξαφνικά η Κάτια και με πιάνει πανικός.
- Ε, τίποτα ιδιαίτερο. Ήρθαν κάτι Γερμανοί και κάτι Γάλλοι να μας πούνε πως το μέλλον βρίσκεται στους υπολογιστές. Σιγά το νέο! Είχε, όμως, πολύ ωραίο μπουφέ, της απαντάω. Και συνεχίζω προβοκατόρικα:
- Μετά κατέβηκα στο Κολωνάκι να χαζέψω βιτρίνες και είδα κάτι μπότες…!
- Αχ, κι εγώ θέλω μπότες φέτος! Είδα στο fashion tv την κολεξιόν του…
Η Κάτια μπορεί να μιλάει για παπούτσια ώρες. Έχει διδακτορικό. Και ξεφυσάω μ’ ανακούφιση. Δεν σας κρύβω, πως, προς στιγμήν, φοβήθηκα μήπως έχει πάρει κάτι χαμπάρι.
Γιατί αυτό που πραγματικά συνέβη στο Χίλτον – ποιος τους χέζει τους Γερμανούς και τους Γάλλους – είναι πως ο μπουφές ήταν χάλια. Και κατά τις 12.30 που κάναμε διάλειμμα είχα ξελιγωθεί στην πείνα κι είπα να πάω στο μπαρ να πάρω ένα σάντουιτς της προκοπής (8,30 ευρώ, παρεμπιπτόντως). Κι, όπως ανοίγω το στόμα μου να φάω μια μπουκιά να στανιάρω, στρέφω το βλέμμα μου προς την καφετέρια και ποιον βλέπω να κάθεται σ’ ένα τραπέζι μαζί με τέσσερις άλλους; Τον αγαπημένο, και ένα χρόνο εξαφανισμένο, παλιό μου φίλο Θέμη! Κουρεμένος, κουστουμαρισμένος, με γιάπικη γραβάτα, σκαρπίνι και όλα τα κομφόρ, αλλά οπωσδήποτε ο Θέμης!
Κι, ενώ ξεπερνούσα το σοκ κι ετοιμαζόμουν να τρέξω να τον αγκαλιάσω, ο Θέμης με κοίταξε. Η έκφρασή του δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου, αλλά εγώ κατάλαβα πως πρέπει να κάνω στροφή και να πάω να φάω το σάντουίτς μου παραπέρα.
Και, από προχθές, περιμένω να επικοινωνήσει. Χωρίς να έχω πει τίποτα σε κανέναν.





