06 Νοε 2009

κεφ.27 "Ένα σάντουιτς της προκοπής".


Προσπαθούμε να κάνουμε μια συζήτηση της προκοπής για τη Δέσποινα που δεν προλαβαίνει να δει τον Ιάσονα κι όταν προλαβαίνει δεν έχει τι να κάνει το παιδί της, κι η Γιώτα, η σοφή γκαρσόνα, μπαινοβγαίνει, παρεμβαίνει, επεμβαίνει και μας έχει σπάσει τα νεύρα.


- Καλά, αυτή δεν είχε σταματήσει να δουλεύει εδώ; ρωτάει η Κάτια.


- Είχε διοριστεί στον ΟΓΑ, δε θυμάστε που κέρναγε τον κόσμο όλο; συμφωνεί κι η Δέσποινα.


- Δεν είχε διοριστεί, βάζω τα πράγματα στη θέση τους. Με stage είχε μπει. Και τώρα που αυτά τελειώνουν ξανάρχισε την παλιά της δουλειά για να μη μείνει τελείως άνεργη.


Την αγαπάμε τη γκαρσόνα μας, κι ας την κράζουμε συνήθως. Είναι η φωνή της συνείδησής μας. Τόσα χρόνια μας ακούει και σχολιάζει, είναι μια από μας. Κι έχουμε σκάσει που τώρα θα ξαναμείνει ουσιαστικά άνεργη – γιατί το «γκαρσόνα» δεν είναι δουλειά για μια γυναίκα στα τριανταπέντε με πτυχίο και μεταπτυχιακό.


- Να δω αν υπάρχει τίποτα στην εταιρεία, λέει η Κάτια. Μήπως τη χώσω εκεί.


- Τι να υπάρχει, ρε συ; την προσγειώνω. Κοινωνιολογία έχει σπουδάσει, τι να την κάνουν οι εταιρείες; Το πολύ-πολύ να την πάρετε να σηκώνει τα τηλέφωνα με 800 ευρώ. Ποιος μπορεί να ζήσει έτσι;


Μας έχει πιάσει το επαναστατικό μας με όλα αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν σε μας και τους φίλους μας. Κι ενώ συνεχίζουμε τη συζήτηση για τη ζωή που έχει δυσκολέψει και τις εκπτώσεις που κάνουμε χρόνο με το χρόνο στις ανάγκες μας για να τα βγάλουμε πέρα και πως έχουμε φτάσει να επιλέγουμε με πόνο καρδιάς μόνο τα αναγκαία, βλέπουμε να κατεβαίνει απ’ τη Θεμιστοκλέους ο Λεωνίδας, κοιτάζοντας, ως συνήθως, πίσω του για την περίπτωση που τον παρακολουθούνε και μιλώντας κανονικά στον εαυτό του.


Μας χαιρετάει σοβαρός κουνώντας το κεφάλι και μου κάνει νόημα πως κάτι θέλει να μου πει.


- Τι έγινε, Λεό, μου έχεις νέα;


- Έμαθα ποιοι παρακολουθούν την Κάτια: η Ασφάλεια. Δεν έχουν σχέση οι μπάτσοι. Και συνεχίζουν ακόμα, απλώς έγιναν πιο προσεκτικοί.


Του σκάω ένα φιλί στη μύτη. Ο Λεωνίδας μπορεί να φαίνεται γραφικός αλλά ξέρει ένα σωρό κάποιους από τον «χώρο», που ξέρουν κάποιους, που ξέρουν κάποιους που είναι, τελικά, ασφαλίτες. Κι οι πληροφορίες του είναι πάντα ακριβείς.


- Το βράδυ βγάλε το μωρό για φαΐ στη Ροζαλία. Κερασμένα απ’ την Ιωάννα σου.


Γυρίζω στα κορίτσια με ύφος «καλά, αυτό το παιδί…!».


- Τι έγινε; με ρωτάνε.


- Έλα, μωρέ, τα γνωστά λεωνιδίσια. Κάποιος τον παίρνει στο κινητό με απόκρυψη, τάχα για να τον εντοπίσουν κι αν ξέρω κανέναν που να μπορεί να του βάλει ένα σύστημα, λέει, που φτιάξανε κάτι τύποι στην Αμερική και τους μπερδεύει.


Τα κορίτσια σηκώνουν τους ώμους και η κουβέντα ξαναγυρίζει στη Γιώτα, τα stage και την υφέρπουσα οικονομική ένδεια της γενιάς μας.


Όμως, εμένα το μυαλό μου είναι αλλού. Αν την παρακολουθεί η Ασφάλεια, φαίνεται πως τα πράγματα μπαίνουν σε μια σειρά. Σειρά, που λέει ο λόγος. Τουλάχιστον, αποκτούν κάποια λογική που μπορεί να αντιληφθεί το μυαλό μου. Γιατί, όπως πήγαιναν μέχρι τώρα, είχα αρχίσει να πιστεύω πως γίνομαι τρελή!


- Τι έγινε προχτές στο συνέδριο για τα ηλεκτρονικά βιβλία στο Χίλτον; με ρωτάει ξαφνικά η Κάτια και με πιάνει πανικός.


- Ε, τίποτα ιδιαίτερο. Ήρθαν κάτι Γερμανοί και κάτι Γάλλοι να μας πούνε πως το μέλλον βρίσκεται στους υπολογιστές. Σιγά το νέο! Είχε, όμως, πολύ ωραίο μπουφέ, της απαντάω. Και συνεχίζω προβοκατόρικα:


- Μετά κατέβηκα στο Κολωνάκι να χαζέψω βιτρίνες και είδα κάτι μπότες…!


- Αχ, κι εγώ θέλω μπότες φέτος! Είδα στο fashion tv την κολεξιόν του…


Η Κάτια μπορεί να μιλάει για παπούτσια ώρες. Έχει διδακτορικό. Και ξεφυσάω μ’ ανακούφιση. Δεν σας κρύβω, πως, προς στιγμήν, φοβήθηκα μήπως έχει πάρει κάτι χαμπάρι.


Γιατί αυτό που πραγματικά συνέβη στο Χίλτον – ποιος τους χέζει τους Γερμανούς και τους Γάλλους – είναι πως ο μπουφές ήταν χάλια. Και κατά τις 12.30 που κάναμε διάλειμμα είχα ξελιγωθεί στην πείνα κι είπα να πάω στο μπαρ να πάρω ένα σάντουιτς της προκοπής (8,30 ευρώ, παρεμπιπτόντως). Κι, όπως ανοίγω το στόμα μου να φάω μια μπουκιά να στανιάρω, στρέφω το βλέμμα μου προς την καφετέρια και ποιον βλέπω να κάθεται σ’ ένα τραπέζι μαζί με τέσσερις άλλους; Τον αγαπημένο, και ένα χρόνο εξαφανισμένο, παλιό μου φίλο Θέμη! Κουρεμένος, κουστουμαρισμένος, με γιάπικη γραβάτα, σκαρπίνι και όλα τα κομφόρ, αλλά οπωσδήποτε ο Θέμης!


Κι, ενώ ξεπερνούσα το σοκ κι ετοιμαζόμουν να τρέξω να τον αγκαλιάσω, ο Θέμης με κοίταξε. Η έκφρασή του δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου, αλλά εγώ κατάλαβα πως πρέπει να κάνω στροφή και να πάω να φάω το σάντουίτς μου παραπέρα.


Και, από προχθές, περιμένω να επικοινωνήσει. Χωρίς να έχω πει τίποτα σε κανέναν.




30 Οκτ 2009

Κεφ.26 "Σιγά μην τον γνωρίσω και στους γονείς μου!"



Τελικά, η Κάτια πήγε στην αστυνομία. Τους είπε ότι την παρακολουθούσαν, ότι μετά την εξαφάνιση του Θέμη σταμάτησαν και πως εδώ και μια βδομάδα είχαν ξαναρχίσει. Και πως αυτό την τάραζε πάρα πάρα πολύ.


Η αστυνομία της είπε πως θα ερευνήσει την καταγγελία της και θα την ειδοποιήσει. Φυσικά, δεν την ειδοποίησε. Κι η Κάτια ξαναπήγε. Και ξαναείπε τα ίδια σε άλλον αξιωματικό υπηρεσίας. Και αυτός της ξαναέδωσε την ίδια απάντηση.


Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει; Μιλάμε για την Κάτια, που δεν αφήνει να πέσει κάτω τίποτα, και το αστυνομικό τμήμα των Εξαρχείων, όπου μαζεύεται ο κάθε πικραμένος (βλ. Λεωνίδας) επειδή τον παρακολουθούν, τον καταδιώκουν, τον απειλούν ή είδε έναν ιπτάμενο δίσκο. Και ενίοτε το γαζώνουν και με κανένα αυτόματο (το ΑΤ).


Δεν επρόκειτο να βγάλουν άκρη ποτέ. Παρόλα αυτά, μετά την καταγγελία της και ως δια μαγείας, οι τύποι που την παρακολουθούσαν εξαφανίστηκαν.


- Ή που βελτιώθηκαν στην παραλλαγή και δεν τους ξεχωρίζω πια από τα φυτά του διαζώματος ή μου έχουν κατσικώσει κανένα δορυφόρο πάνω απ’ το κεφάλι μου και με παρακολουθούν hi-fi.


- Βρε Κάτια μου, προσπαθεί η Δέσποινα να τη συνεφέρει, σίγουρα σε παρακολουθούσαν; Μήπως είσαι προκατειλημμένη και νομίζεις πως βλέπεις παντού τους ίδιους; Αφού όλοι οι άντρες σε κοιτάνε, την καλοπιάνει με ανώφελες κολακείες.


Η Κάτια της ρίχνει το διάσημο δολοφονικό βλέμμα, που κρατάει για επίμονους γλίτσες και εξυπνάκηδες συνάδελφους, και απαξιεί να απαντήσει. Εγώ αλλάζω συζήτηση.


- Χτες κάναμε κάτι γέλια με το Δημήτρη! κι αρχίζω να τους διηγούμαι ένα περιστατικό με μια χοντρή σαρανταπεντάρα που την έπεφτε στον άλλο μπάρμαν, ο οποίος δεν ήξερε πώς να της γλιτώσει και που την ώρα που συνέβη ήταν πραγματικά αστείο αλλά τώρα ακουγόταν όσο να ‘ναι σαχλό – δεν έχω και ταλέντο στη διήγηση, είμαι ο χειρότερος άνθρωπος για να πει ένα ανέκδοτο.


Η Δέσποινα χαμογελάει από ευγένεια αλλά είναι προφανές πως δεν καταλαβαίνει πού πρέπει να γελάσει. Η Κάτια, όμως, είναι ακόμα τσαντισμένη από πριν.


- Και τώρα τι γίνεται, δηλαδή; Έχεις δεσμό με το τούβλο;


Όχι και δεσμό! Δηλαδή, όχι και τούβλο! Οκ, δεν είναι ό,τι πιο έξυπνο έχω μαζέψει στη ζωή μου αλλά δεν θα τον έλεγες και χαζό. Λίγο ακαλλιέργητος. Και λίγο αμόρφωτος. Το σκέφτομαι και με πιάνουν τα γέλια.


- Δεν έχει καν βιβλιοθήκη στο σπίτι του, τους λέω και ξεκαρδιζόμαστε.


Έχει, βέβαια, άλλα προσόντα. Και τους τα επαναλαμβάνω για να τα εμπεδώσουνε: απίθανο, ακομπλεξάριστο σεξ, αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο και πολλή πολλή πλάκα.


- Γελάω, ρε κορίτσια! Πολύ γέλιο, μιλάμε. Έχω γίνει άλλος άνθρωπος. Κάθομαι μπροστά του στη μπάρα, μαζεύονται και οι άλλοι – που παρεμπιπτόντως πολύ θαυμάζουνε την ιντελέκτουαλ γκόμενα που έβγαλε ο κολλητός τους – και συναγωνίζονται ποιος θα με κάνει να γελάσω περισσότερο. Και μετά πάμε σπίτι του κι αναστενάζουν τα πατώματα κι οι σομιέδες.


- Και πόσο μπορεί να κρατήσει μια τέτοια σχέση, πουλάκι μου; το σοβαρεύει η Δέσποινα που έχει σοβαρή σχέση η ίδια κι έχει βαλθεί να μας αποκαταστήσει όλες τις ανεπρόκοπες. Θες να πας ένα σινεμά, ένα θέατρο, να τον γνωρίσεις στους φίλους σου – μπορεί να σταθεί στις παρέες σου ο Δημήτρης;


Σιγά μην τον γνωρίσω και στους γονείς μου!


- Όσο κρατήσει, σκασίλα μου! Μέχρι να βαρεθώ. Προς το παρόν νομίζω πως αυτό χρειάζομαι: μια σχέση που δεν θα είναι σχέση για να καταλάβω πώς θέλω τις σχέσεις.


Τι είπα πάλι, ο φιλόσοφος! Όμως, στ’ αλήθεια αυτό χρειάζομαι. Κάποιον να μη μου τα πρήζει. Γιατί έχω πολλά να σκεφτώ.


Και, τελευταία, πολλά να κρύψω.




21 Οκτ 2009

Κεφ.25 "Εγώ αυτά τα λέω εδώ και χρόνια".


Ο Βασίλης είχε βρει, επίσης, άλλη. Για την ακρίβεια, την πρώην του. Είναι τόσο ηλίθιοι οι άντρες μερικές φορές! Μα την πρώην σου; Αυτή που έβριζες μέρα-νύχτα ζηλιάρα, κτητική και σκύλα;


Τώρα που το σκέφτομαι ψύχραιμα, μόνο αυτό με πείραξε τελικά. Που με παράτησε όχι για μια άλλη, αλλά γι αυτήν την άλλη. Που ήξερε και μπορούσε να χειριστεί. Που το μόνο που απαιτούσε απ’ αυτόν ήταν να της είναι πιστός και αφοσιωμένος. Και θαύμαζε απεριόριστα το ταλέντο του στην ποίηση. Που δεν άντεξε, ο κακόμοιρος, να ζει με μια αυτόνομη γυναίκα.


Εδώ, στο σπίτι της Ρούλης, με την αγαπημένη μου φίλη κλαμένη και κομματισμένη απέναντί μου, να προσπαθεί μάταια να σταματήσει το χέρι της να τρέμει καθώς μου διηγείται το γκρέμισμα της δικής της ζωής, δυσκολεύομαι να θυμηθώ γιατί πριν λίγο καιρό νόμιζα πως γκρεμίστηκε η δική μου.


Η Ρούλη ήταν με τον Άρη δέκα χρόνια και σχεδόν από την αρχή ζούσαν μαζί. Είχαν περάσει ένα σωρό καταστάσεις, φουρτούνες και καταιγίδες, και πάντα τα ξεπερνούσαν όλα γιατί είχαν ο ένας τον άλλον.


- Και γυρίζει να μου πει πως θα φύγει! Και πως αγαπάει μια άλλη! Το διανοείσαι; Την αγαπάει! Τρεις μήνες την ξέρει, γαμώ την πουτάνα μου, και τι μου λέει; «Νομίζεις πως γίνεται να αγαπάς δυο ανθρώπους;». Όχι, βρε μαλάκα, δε γίνεται, ούτε τον εαυτό σου δεν αγαπάς, θες ν’ αγαπάς κι άλλους δύο;


Όλη αυτή την ώρα κλαίει. Όχι με λυγμούς, νομίζω πως ούτε καν το καταλαβαίνει, τόσο αθόρυβα κλαίει. Και θέλω να την πάρω αγκαλιά και να της πω να μη στενοχωριέται, πως δεν του αξίζει του καριόλη που τόλμησε να την απατήσει, αλλά καταλαβαίνω πως δεν έχει ανάγκη τον οίκτο μου, καθόλου δεν μ’ έχει ανάγκη. Μόνο να τα πει θέλει για να τα βάλει σε μια σειρά και να τα συνειδητοποιήσει κι η ίδια.


- Ποτέ δεν του απαγόρευσα τίποτα. Εσύ με ξέρεις, τα ίδια που πίστευα πριν δεκαπέντε χρόνια, τα ίδια πιστεύω ακόμα. Δεν μπορούν δυο άνθρωποι να είναι μόνο μαζί για πάντα. Όχι αν είναι υγιείς και ενδιαφέροντες. Όλο και κάτι θα τους προκύψει. Κι εγώ έχω βγει με άλλους, έχω φλερτάρει κι αν δεν πηδήχτηκα με κανέναν είναι απλά γιατί δεν έτυχε. Ωραία, εκείνου του έτυχε. Ήταν η γκομενίτσα μικρή, με τουρλωτό ποπό και διαθέσιμη, του έκατσε. Ήταν ανάγκη να μου το εξομολογηθεί; Κι όχι μόνο αυτό, να μου πει πως την αγαπάει και θέλει να φύγει από το σπίτι;


Μου λέει πως αυτό ήταν που την πείραξε. Και την πιστεύω. Αν μάθαινε ότι ο Άρης πήγε απλώς με κάποια άλλη, θα την πείραζε, προφανώς, αλλά δεν θα τη διέλυε έτσι. Θα την έκανε να νιώσει γριά και άσχημη και χοντρή και ξεπερασμένη. Όμως, μετά που θα το σκεφτόταν πιο ψύχραιμα θα τον καταλάβαινε. Θα κατανοούσε, δηλαδή, τον πόθο του για μια άλλη. Κι ίσως, τελικά, να της έκανε και καλό σε προσωπικό επίπεδο, να την έβγαζε από τη νάρκη της σκέτης οικογενειακής ζωής και να την τσιγκλούσε ν’ ασχοληθεί ξανά με τον εαυτό της.


- Θα μου πεις, υπογράψατε κανένα συμβόλαιο πως θα είσαστε μαζί για πάντα; Ναι, ρε φίλε, υπογράψαμε! Ζήσαμε τόσα μαζί κι έχουμε αποφασίσει πως αγαπιόμαστε. Κάναμε παιδί! Τώρα μου λες «σόρι, κοπελιά, έκανα λάθος, καλά τα φανταζόσουνα τόσον καιρό, τώρα πρέπει να φύγω γιατί έχω κι άλλες δουλειές, κόψε το λαιμό σου και βγάλ’ τα πέρα μόνη σου;».


Μεταφέρω τη συζήτησή μου με τη Ρούλη στην Κάτια αργότερα το ίδιο βράδυ που συναντιόμαστε για ποτό. (Στη Δέσποινα δε θα το πω ακόμα, κοντεύει να πεθάνει από τις ενοχές της που συνάντησε τον συνάδελφο και τον βρήκε από πάνω κι ωραίο. Πού και να ‘κανε τίποτα δηλαδή! Για έναν καφέ πήγανε και μόλις χτύπησε το κινητό της και είδε πως ήταν ο Ιάσονας, παράτησε τον παίδαρο στα κρύα του λουτρού και γύρισε σπίτι).


Η Κάτια μ’ ακούει με σηκωμένα φρύδια και ύφος «εγώ αυτά τα λέω εδώ και χρόνια».


- Δεν υπάρχει ερωτική αποκλειστικότητα, αρχίζει ν’ αγορεύει, ευτυχισμένη που πάλι δικαιώνεται. Το γεγονός ότι δύο άνθρωποι αποφασίζουν να κάνουν σεξ, έστω συστηματικά, έστω κι αν αυτό κρατάει για χρόνια, δε σημαίνει πως εξαιτίας αυτού θα αρνηθούν οριστικά όλες τι άλλες πιθανότητες της ζωής τους.


- Κι αν επικοινωνούν; διαφωνώ, όχι επειδή πραγματικά διαφωνώ, αλλά για να την κάνω να συνεχίσει. Αν είναι ευτυχισμένοι μαζί; Αν ζουν καλά, περνάνε ωραία, κάνουν παιδιά, αγαπούν και σέβονται και εκτιμούν ο ένας τον άλλο;


- Ένας λόγος παραπάνω, υπερθεματίζει. Μπορούν να είναι ευτυχισμένοι μαζί, να κάνουν παιδιά κι εγγόνια - σε τι τους εμποδίζει αυτό από το να κάνουνε έρωτα με άλλους ανθρώπους; Χωρίς να το διατυμπανίζουν, συμφωνώ σ’ αυτό με τη Ρούλη. Αν όλη η κοινωνία σκεφτόταν έτσι, αν όλοι ξέραμε πως είμαστε ελεύθεροι στην ερωτική ζωή μας, δεν θα υπήρχε λόγος να φύγει. Θα έμενε μαζί της να ζήσουν αυτοί και το παιδί τους καλά κι εμείς καλύτερα.


Έχει, φυσικά, δίκιο. Ενώ τώρα ο Άρης νιώθει ένοχος που γουστάρει να πηδάει και μια άλλη, ταυτόχρονα θυμωμένος που νιώθει ένοχος για κάτι τόσο απλό γι αυτόν κι από πάνω θέλει να συνεχίσει να την πηδάει χωρίς ενοχές. Οπότε το μόνο που νιώθει ότι μπορεί να κάνει είναι να φύγει.


Σκέφτομαι πως το όνειρό μου είναι να ερωτευτώ έναν άντρα που θα γουστάρω, θα εκτιμώ και θα σέβομαι. Κι αυτός θα νιώθει τα ίδια για μένα. Θα καταλαβαινόμαστε και θα αποδεχόμαστε ό,τι κι αν συμβεί. Και θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί για πάντα, δημιουργώντας υπέροχα πράγματα μαζί και χωριστά, χωρίς να μας απασχολούν ηλίθια διλήμματα και ενοχές.


Εννοείται πως δεν τολμάω να τα εκμυστηρευτώ αυτά στην Κάτια. Θα φάω δούλεμα που θα πάει σύννεφο, για την χαζή αφέλεια και τον αγιάτρευτο ρομαντισμό μου. Έτσι κι αλλιώς, έχει ήδη βρει άλλα ενδιαφέροντα. Εδώ και λίγη ώρα, παράλληλα με την εποικοδομητική μας συζήτηση, τη βλέπω να καρφώνει έναν τύπο που κάθεται στην άλλη μεριά της μπάρας.


Ξαφνικά τη νιώθω να μου σφίγγει δυνατά το χέρι. Κοιτάζω το πρόσωπό της κι αντιλαμβάνομαι πως κάτι άλλο συμβαίνει.


- Τον βλέπεις αυτόν με το άσπρο πουκάμισο; μου λέει κι ένας φόβος απλώνεται στο στομάχι μου. Το πρωί έκοβε βόλτες έξω από το σπίτι μου. Άρχισαν πάλι να με παρακολουθούν!

16 Οκτ 2009

κεφ.24 "Της το είχε πει".


Ευτυχώς που η Δέσποινα δεν είναι μαζί μου τώρα γιατί δεν θα ήξερε πού να κρυφτεί από τη ντροπή της για τα καμώματά της με τον – παντρεμένο – «Ματ». Τα παίρνει κατάκαρδα κάτι τέτοια. Αντίθετα, η Κάτια ούτε που θα κοκκίνιζε: γι αυτήν η, κατά το κοινώς λεγόμενο, «μοιχεία» είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα της ηλίθιας απαίτησης των σύγχρονων κοινωνιών για πίστη.


Δεν είναι μαζί μου γιατί είμαι στης Ρούλης. Η Ρούλη είναι η πιο παλιά μου φίλη. Γνωριστήκαμε στην γ’ δημοτικού, κάτσαμε στο ίδιο θρανίο και καταλήξαμε να πάρουμε απολυτήριο λυκείου χωρίς να χωριστούμε καθόλου. Στα φοιτητικά μας χρόνια βλεπόμασταν αρκετά, αν κι αυτή ήταν στο Πολυτεχνείο, και στη συνέχεια σιγά-σιγά χαθήκαμε. Εκείνη άνοιξε δικό της αρχιτεκτονικό γραφείο, οπότε είχε πολλή δουλειά, μετά παντρεύτηκε τον έρωτά της, οπότε έμπλεξε στη φάση βγαίνουμε-με-άλλα-παντρεμένα-ζευγάρια και πριν τρία χρόνια έγινε μανούλα, οπότε δεν προλαβαίνει να κάνει τίποτα άλλο γενικώς. Μιλάμε, όμως, πολύ συχνά στο τηλέφωνο, περνάει κι από το μαγαζί για να εφοδιαστεί με βιβλία κι έτσι καταφέρνουμε να κρατάμε μια ειλικρινή και γεμάτη αγάπη επαφή.


Μετά, λοιπόν, τη φάση με τον Δημήτρη, την πήρα για να της πω τα καθέκαστα του reunion με τον παλιό μας φίλο (καλά, γνωστό). Αλλά μου είπε αυτή κλαίγοντας ότι χωρίζει. Και πήγα, φυσικά, τρέχοντας στο σπίτι της για να της συμπαρασταθώ.


Καταρχάς, τρόμαξα που την είδα. Αδύνατη, χλωμή, με κόκκινα μάτια και μαύρους κύκλους, έμοιαζε να ‘χει να φάει και να κοιμηθεί μέρες. Μου είπε πως είχε στείλει το γιο της στους δικούς της στο χωριό για να μην ταραχτεί με το σκηνικό.


- Ο Άρης έχει φύγει από το σπίτι; τη ρώτησα, γιατί το σπίτι είναι δικό της κι εξάλλου, εννιά η ώρα το βράδυ, δεν τον έβλεπα πουθενά.


Δεν είχε φύγει οριστικά αλλά δεν ήταν και ποτέ εκεί.


- Μου είπε πως θα έχει δουλειά μέχρι αργά και μετά θα βγει με κάτι φίλους του. Έχει άλλη, Ιωάννα.


Ξεκίνησα να της λέω πως «τι αηδίες είναι αυτές και σιγά μη βρει άλλη γκομενάρα σαν αυτή και μπορεί, όντως, να βγήκε με τους φίλους του» αλλά η Ρούλη με διέκοψε: είχε άλλη. Της το είχε πει.


Ξεκίνησε πριν κανά εξάμηνο με το να κλείνεται στον εαυτό του, να έχει τις μελαγχολίες και τα νεύρα του και να μην ξέρει τι του φταίει. Ή, μάλλον, ήξερε: του έφταιγε η Ρούλη. Που τον είχε εγκλωβίσει στο σπίτι, μόνο δουλειά, παιδί και υποχρεώσεις, που τον είχε καταντήσει ρομπότ και μόνο λεφτά περίμενε να της φέρνει, που δεν είχε κανένα ενδιαφέρον στη ζωή της πέρα από την οικογένεια κι ένα σωρό άλλα παρόμοια που της πέταγε στα μούτρα σε κάθε – όλο και συχνότερα – καβγά.


- Μου τα ‘λεγε. Αλλά εγώ δεν τον άκουγα. Δεν προλάβαινα να τον ακούσω. Ήμουν πολύ κουρασμένη, Ιωάννα μου. Και πολύ θυμωμένη. Που είχα εγκλωβιστεί στο σπίτι χωρίς ενδιαφέροντα και τα λοιπά, και τα λοιπά. Μόνο που εγώ δεν κατηγορούσα εκείνον, κατηγορούσα, που λέει ο λόγος, την κατάσταση. Και περίμενα, μεγαλώνοντας το παιδί, να ξαναβρούμε σταδιακά τους εαυτούς μας και τους ρυθμούς μας. Γιατί έτσι γίνεται με όλους. Οι πρώτοι είμαστε ή οι τελευταίοι που κάναμε παιδί και χάσαμε τον μπούσουλα;


Ο Άρης, όμως, δεν μπορούσε να περιμένει. Κι αφού πέρασε τη φάση της ενδοσκόπησης άρχισε να βγαίνει. Θυμήθηκε που στα νιάτα του ήθελε να γίνει ηθοποιός και γράφτηκε σε μια ερασιτεχνική ομάδα του δήμου. Άρχισε τις πρόβες και μετά άρχισε να φοράει πουκάμισα, να ξυρίζεται μέρα παρά μέρα, να ψωνίζει καινούρια σώβρακα και να ακούει έντεχνη μουσική.


- Ένα βράδυ, αφού είχαμε βάλει το παιδί για ύπνο, έκατσε δίπλα μου στο μπαλκόνι και μου είπε «θέλω να σου μιλήσω». Να σου πω, χάρηκα, γιατί κι εγώ ήθελα να μου μιλήσει, να μάθω τι του γίνεται, τι τον απασχολεί, όπως παλιά, που ό,τι συνέβαινε στον έναν πάντα πρώτος το άκουγε ο άλλος. Τώρα ένιωθα πως με είχε κλείσει για πολύ καιρό έξω από τη ζωή του, ένιωθα και τύψεις γιατί προφανώς περνούσε μια δύσκολη κι εγώ δεν του είχα σταθεί. Μας έβαλα, λοιπόν, από ένα ποτήρι κρασί κι έκατσα δίπλα του ήρεμη, καλοπροαίρετη και έτοιμη να ακούσω το οτιδήποτε. Κι αυτός άναψε ένα τσιγάρο και μου είπε πως έχει αποφασίσει να φύγει απ’ το σπίτι.


Η Ρούλη βουρκώνει κι εγώ μένω ξερή. Άλλο να βρει γκόμενα κι άλλο να φύγει απ’ το σπίτι. Εκείνη τη στιγμή, με τα πραγματικά προβλήματα της φίλης μου, νομίζω ότι ξεπέρασα οριστικά τον Βασίλη.


09 Οκτ 2009

Κεφ.23 "Φίλος μου ήτανε. Καλά, γνωστός."


Την επόμενη φορά έδωσα στον Νίκο μια ευκαιρία. Για την ακρίβεια, του διηγήθηκα το δήθεν όνειρο που σκαρφιστήκαμε με τις άλλες, εγώ κι εκείνος να περπατάμε στην αμμουδιά και η παλίρροια να φουσκώνει και να φουσκώνει και να φουσκώνει. Σαφές σεξουαλικό υπονοούμενο, δεν είναι;

Εκείνος μου το ανέλυσε διεξοδικά με βάση τη διδασκαλία του Φρόιντ. Και μετά του Γιουνγκ. Όταν ετοιμάστηκε να πιάσει τον Άντλερ, τον παράτησα στο μπαρ κι έφυγα με τον μπάρμαν.

Σας το ορκίζομαι. Καλά, δεν ήταν άγνωστος ο μπάρμαν, δεν είμαι και τελείως εξώλης και προώλης. Φίλος μου ήτανε. Καλά, γνωστός. Για την ακρίβεια πηγαίναμε μαζί φροντιστήριο το χίλια εννιακόσια τόσο. Αλλά έκανε παρέα με πολλούς φίλους μου γιατί παίζανε στην ομάδα βόλεϊ της συνοικίας. Εμείς δεν είχαμε πολλά-πολλά κι όταν τελειώσαμε το σχολείο τον διέγραψα από τη μνήμη μου τελείως.

Όμως, εκείνο το βράδυ, με τον Νίκο να μου γεμίζει τον εγκέφαλο διανοουμενίστικες παπαριές, γύρισα και κοίταξα απελπισμένη προς το μπαρ και είπα: «Βρε, πού το ξέρω αυτό το - ψηλό, μελαχρινό, γυμνασμένο - παλικάρι;».

Αυτός μου χαμογέλασε λαμπρά. Εγώ του χαμογέλασα επιφυλακτικά. Κι αμέσως το γκαρσόνι έφερε κερασμένα δυο σφηνάκια τεκίλα κίτρινη, «από τον Δημήτρη που πηγαίνατε μαζί φροντιστήριο». Έτρεξα περιχαρής για το reunion και να τον ευχαριστήσω για τα σφηνάκια. Θυμηθήκαμε τα νιάτα μας και τι ωραία που περνούσαμε τότε – εκείνος, δηλαδή, γιατί εγώ μετά βίας θυμόμουν και το φροντιστήριο το ίδιο – γελάσαμε πολύ, ήπιαμε κι άλλα σφηνάκια τεκίλα και γκιγκερμάιστερ και διάφορα παρεμφερή που δεν κατάλαβα τι ήταν, ώσπου, στο τέλος, και με δεδομένο ότι ο Νίκος είχε αρχίσει να αναπτύσσει τις θεωρίες του σε έναν άλλο φίλο του που είχε κουβαλήσει χωρίς καν να μου το πει, πέταξα στο στόμα μου από ψηλά ένα φιστίκι – κόλπο που πάντα πιάνει με τους άντρες –κοίταξα το Δημήτρη λοξά και τον ρώτησα αναίσχυντα: «Θα με πας σπίτι μου γιατί βρέχει τον κώλο του;». Αυτός μου απάντησε στον ίδιο τόνο: «Όχι, αλλά θα σε πάω στο δικό μου, που είναι και πιο κοντά». Και πήγαμε στο δικό του.

Τα κορίτσια έχουν πέσει κάτω και χτυπιούνται. Γελάνε τόσο πολύ που μας κοιτάνε όλοι κι ας είμαστε στα Εξάρχεια.

- Τι θέλατε να κάνω; παριστάνω πως απολογούμαι. Σας το είχα πει, αν δεν γαμηθούμε με τον Νίκο και την επόμενη φορά, θα κάτσω στον πρώτο υδραυλικό που θα μου την πέσει. Ε, δεν ήταν υδραυλικός, ήταν μπάρμαν. Εκεί θα κολλήσουμε τώρα;

Συνεχίσαμε να γελάμε για πολλές ώρες με την αναπάντεχη περιπέτειά μου. Εγώ, βασικά, γελάω ακόμα – και τα μουστάκια μου, δηλαδή – γιατί ο Δημήτρης, τόσες ώρες σπίτι του, δεν ανέφερε ούτε μια φορά τον Φρόιντ, τον Κάφκα ή το ταλέντο του στη λογοτεχνία. Αντίθετα, έβαλε ένα σιντί με λόου μπαπ, έβγαλε ένα κουτί με προφυλακτικά και άρχισε να τα χρησιμοποιεί με μεθοδική επιδεξιότητα μέχρι που φώναξα ξέπνοη «έλεος»!

Σήμερα, έχουν περάσει δυο μέρες κι ακόμα με τραβάνε οι προσαγωγοί μου. Προσπαθώ να βολευτώ στη σκληρή καρέκλα του γραφείου μου στο μαγαζί, μπας και κάνω τα λογιστικά μου, αλλά το μυαλό μου αρνείται να συνεργαστεί. Μα τι χρειάζεται το μυαλό σ’ ένα ευτυχισμένο κορμί, αναρωτιέμαι ονειροπολώντας και πάνω στην ώρα μπαίνει σεινάμενη-κουνάμενη η Δέσποινα.

- Έχω φρικάρει τελείως, μου λέει. Θυμάσαι εκείνον τον συνάδελφο από τη Νομαρχία Πειραιά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο και το ίντερνετ; Τον συνάντησα!

- Τι εννοείς τον συνάντησες;

- Τον συνάντησα! Βγήκαμε για καφέ! Από κει έρχομαι!

Ο «συνάδελφος» είναι το ηλεκτρονικό φλερτ της Δέσποινας. Την πήρε πριν δυο μήνες να τη ρωτήσει για μια εγκύκλιο, πιάσανε την κουβέντα κι από τότε φλερτάρουν ασύστολα και ανώδυνα κάθε μέρα, μιλώντας στο τηλέφωνο ή ανταλλάσσοντας χαριτωμένα μέηλ.

Φλερτάρουνε το λέμε εγώ και η Κάτια, η ίδια ισχυρίζεται πως είναι φίλοι και μιλάνε για τη δουλειά και τα παιδιά τους – έχει κι αυτός δύο. Όπως έχει, άλλωστε, και γυναίκα.

- Και καλά, βρε αθεόφοβη, πώς αποφάσισες να τον συναντήσεις;

- Μου το πρότεινε μεταξύ σοβαρού κι αστείου και είπα ναι. Πού να μην έλεγα, Ιωάννα μου!

Η ιστορία έχει ως εξής: Είχανε δώσει ραντεβού στον σταθμό του Μετρό του Θησείου. Η Δέσποινα βγαίνει από το βαγόνι και κοιτάζει στην αποβάθρα. Βλέπει δεξιά της έναν μετρίου ύψους, γλυκούλη καραφλό και σκέφτεται «αυτός είναι».

- Μακάρι να ήταν, Ιωάννα μου. Γιατί αριστερά μου στέκεται ένα πανύψηλος, καστανόξανθος θεός που μου κουνάει το χέρι ενθουσιασμένος. Και μου κόβονται τα γόνατα, Ιωάννα μου! Ίδιος ο Ματ Ντέιμον, σου λέω! Με τις πλατάρες του, τους κοιλιακούς του, το χαμόγελο και τα ματάκια του τα πονηρά! Τι θα κάνω, Παναγίτσα μου;

Παίρνω αμέσως την Κάτια. Έκτακτη ανάγκη. Για το τι θα κάνει η άλλη. Και τι έχει κάνει μέχρι τώρα, δηλαδή.

- Έλα, σκουλήκι, θυμάσαι που μια ζωή κάναμε τσατ με τους πιο σούπερ γκόμενους στο ίντερνετ κι όταν τους γνωρίζαμε από κοντά ήταν τα πιο τελειωμένα μπάζα; Ε, δεν θα το πιστέψεις! Η κωλόφαρδη η Δέσποινα πέτυχε με την πρώτη τον δίδυμο αδελφό του Ματ Ντέιμον!

01 Οκτ 2009

Κεφ.22 "Πάσης φύσεως οικοδομικές εργασίες"


- Τι κάνεις εδώ, πουλί μου;

- Γκάλοπ.

- Τι γκάλοπ;

- Πώς κάνει καμάκι ο μέσος Έλληνας περαστικός σε μια ξέμπαρκη γκόμενα.


Αυτή που ρωτάει είναι η Βάλια κι αυτή που απαντάει εγώ. Φέτος έχω αναλάβει το θεάρεστο και λίγο αστείο έργο να παραλαμβάνω τη μικρή Χαρά της Δέσποινας από το σχολικό γιατί ο μπαμπάς της αποφάσισε να τη στείλει σε ιδιωτικό και η μαμά της δεν έχει προλάβει ακόμα να γυρίσει από τη δουλειά όταν επιστρέφει το κοριτσάκι της.


Έτσι στήνομαι στη γωνία με το που κλείνω το μαγαζί για μεσημέρι, κάθομαι σε ένα μετρίου ύψους μαντράκι, απλώνω τα πόδια μου σε έναν στύλο που βρίσκεται στο κατάλληλο σημείο και περιμένω.


Το σχολικό έρχεται δύο και. Δηλαδή από και δέκα ως και μισή. Και μπροστά μου περνάνε γύρω στα πέντε χιλιάδες αυτοκίνητα με οδηγούς που μιλάνε κυρίως στο κινητό και δευτερευόντως με κοιτάνε.


- Όλοι με κοιτάνε. Γυναίκες- άντρες, ανακοινώνω στα κορίτσια την Κυριακή που πίνουμε καφέ σπίτι μου γιατί βαριόμαστε να βγούμε (και η Κάτια είναι άλουστη).


- Φυσικά σε κοιτάνε, μου απαντάει η άλουστη. Αφού στέκεσαι ακριβώς στο πέρασμα με τις ποδάρες απλωμένες στον στύλο.


- Το ξέρω, βρε στριμμένη, της χαμογελάω. Αλλά έχει ενδιαφέρον να δεις τον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άντρες. Δε φανταζόμουν πως είκοσι λεπτά καθημερινής παρατήρησης θα με οδηγούσε σε τέτοια συμπεράσματα.


Τους μεταφέρω, λοιπόν, την εμπειρία μου από το σύγχρονο αγοραίο καμάκι, η οποία συνοψίζεται στα εξής: Οι άντρες στην ηλικία μας, με μεσαία αυτοκίνητα και επαγγελματικά ρούχα δεν χαλαλίζουν δεύτερη ματιά. Μιλάνε στο κινητό, όπως προείπα, κορνάρουν ή χτυπάνε τα χέρια τους νευρικά στο τιμόνι –πάντως δε δείχνουν να παρατηρούν μια γκόμενα στο δρόμο μακάρι να είναι η Μόνικα Μπελούτσι. Το ίδιο και οι μεγαλύτεροι της κατηγορίας μεσαίο αυτοκίνητο-πολυφορεμένο κοστούμι που κοιτάνε μεν αλλά στρέφουν το βλέμμα παραιτημένοι.


Αντιθέτως, αυτοί που φαίνονται πρόθυμοι να μου ανοίξουν χαλαρά την πόρτα είναι κάτι μεσήλικες με ακριβά αμάξια και σινιέ μπλουζάκια, που ακούνε στη διαπασών Μητροπάνο και μου χαρίζουν αφειδώς πονηρά χαμόγελα και επιδοκιμαστικές χειρονομίες. Και, φυσικά, οι αγαπημένοι μου οικοδόμοι.


- Η μόνη μας ελπίδα είναι η εργατική τάξη, καταλήγω επιστημονικά. Μην περάσει ημιφορτηγάκι «Πάσης φύσεως οικοδομικές εργασίες» ή παπί με μαστοράντζα, ξεσηκώνεται ο τόπος! Τι φωνές, τι φιλιά, τι «μανάρα μου, πες μου πού πας να σε πάω», δε φαντάζεστε. Έλληνες κι αλλοδαποί. Και ό,τι και να φοράω. Αρκεί που είμαι θηλυκό.


Τα κορίτσια συμφωνούν και η συζήτηση μεταφέρεται στις κλισέ παραδοχές πως φλώρεψαν οι άντρες και δεν ξέρουν πια να φλερτάρουν, πως μόνο οι χαμηλότερες κοινωνικά τάξεις διατηρούν τον αυθορμητισμό και το χιούμορ τους, πώς αν συνεχίσουν έτσι θα πεθάνουμε μόνες μας παρέα μ’ ένα τσούρμο γάτες ή, χειρότερα, σ’ ένα τεσσάρι μ’ ένα τσούρμο κουτσούβελα να φτιάχνουμε γεμιστά – κι άλλα τέτοια χιλιοειπωμένα που ακούγονται πια καθημερινά στις γυναικοπαρέες.


- Εγώ, όμως, έχω τον Ιάσονα, διαχωρίζει κάπως τη θέση της η Δέσποινα που έχουμε πει πως είναι γαμήλιος τύπος. Και με τον Νίκο τι έγινε;


Με το Νίκο έγινε το αναμενόμενο. Βγαίνουμε, συζητάμε, πάμε σινεμά, συναυλίες και για ποτό, ανταλλάσσουμε εξυπνάδες (και μετά χαμογελάμε αυτάρεσκα στον καθρέφτη του wc) ώσπου αποχαιρετιόμαστε και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη φορά.


- Φλερτάρουμε διανοητικά. Του τη λέω και μου τη λέει πολύ χαριτωμένα και με επίπεδο, διαφωνούμε με στυλ και συμφωνούμε αναγκαστικά, αλλά μέχρι εκεί. Ή εγώ έχω ξεχάσει να λαμβάνω τα σήματα ή αυτός δεν τα στέλνει.


Δεν τους λέω αλήθεια σε τίποτα απ’ τα δύο. Τα σήματα είναι εκεί. Και απ’ αυτόν και από μένα. Είμαστε, όμως, μεγάλοι άνθρωποι. Και με διανοητικές απαιτήσεις ο ένας απ’ τον άλλον. Δε χαλαλίζουμε τη βραδιά σε αγοραίο καμάκι ή σεξουαλικά υπονοούμενα. Βασικά, είμαστε πολύ ξενέρωτοι.


- Και, κυρίως, είμαστε φίλοι.


- Τι μαλακίες είναι αυτές! εξανίσταται η Κάτια. Τι θα πει φίλοι; Είσαστε δυο νέοι άνθρωποι, μόνοι στη μεγάλη πόλη και με μια οικειότητα καλοδεχούμενη και βοηθητική. Δεν είπε κανείς να ερωτευτείτε for ever! Υπάρχουν τόσα πράγματα που μπορείτε να κάνετε εκτός από διανοουμενίστικες παπαριές. Σεξ, φερ’ ειπείν. Το θυμάσαι το σεξ;


Το θυμάμαι. Και το φαντασιώνομαι. Έχω παίξει τη σκηνή χίλιες φορές στο μυαλό μου. Πώς θα με πιάσει, πώς θα μου χαϊδέψει το μάγουλο, πώς θα με φιλήσει τρυφερά κι άλλα πολλά που δε γράφονται. Όμως, στο δια ταύτα δε συμβαίνει τίποτα.


- Δεν ξέρω, θα δω. Μας δίνω μια ευκαιρία ακόμα. Αν δε γαμηθούμε και την επόμενη φορά, ορκίζομαι ότι θα κάτσω στον πρώτο υδραυλικό που θα ρωτήσει «πού πας, μανάρα μου, να σε πάω»!



18 Σεπ 2009

Κεφ 21. Η σεξουαλικά διεγερμένη συνείδηση

Εννοείται πως την Τετάρτη, όχι μόνο δεν είχα χάσει ούτε μισό γραμμάριο, αλλά, από το άγχος μου, η κοιλιά μου είχε φουσκώσει σαν μπαλόνι κι έψαχνα μάταια μπροστά στην ανοιχτή ντουλάπα να βρω να μου φορέσω κάτι ριχτό μα ταυτόχρονα κομψό και στιλάτο. Μάταια, γιατί τα κομψά, στιλάτα ριχτά δεν χαρακτηρίζουν ακριβώς την ιδιοσυγκρασία μου, οι συντριπτικά περισσότερες μπλούζες μου είναι εφαρμοστές και με στάμπες.


Έβλεπα τη σκηνή λες και την είχα ήδη ζήσει: ο Νίκος θα με κοιτούσε στην αρχή με ενθουσιασμό, μετά με επιφύλαξη και τελικά με την απόλυτη απόρριψη ζωγραφισμένη ξεκάθαρα στο πρόσωπό του. Όχι, δεν ήταν έτοιμος να γίνει πατέρας του μούλικού μου.


- Δηλαδή, είσαι έγκυος; με ρώτησε έντρομη η Κάτια.

- Όχι. Απλώς φαντασιόπληκτη, απάντησα ονειροπόλα. Και χοντρή.

- Άντε, τελείωνε, βρε ηλίθια, ετοιμάσου, σε μισή ώρα θα περάσω Θεμιστοκλέους και Σόλωνος να σε πάρω. Έτσι και δεν είσαι εκεί, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε! έκλεισε το τηλέφωνο όσο πιο απειλητικά μπορούσε.


Anyway, να μην τα πολυλογώ, πήγαμε για φαΐ με φόντο την Ακρόπολη και μετά για ποτό με φόντο τις τουαλέτες (πραγματικά δεν παίζεται η Αθήνα, μεσάνυχτα Τετάρτης κι όλα τα μαγαζιά φίσκα μέχρι έξω) και τα περάσαμε πραγματικά όμορφα, όμορφα, όμορφα, παιδιά.


Πάντα περνάω καλά με τον Γεράσιμο. Σε πλήρη αντίθεση με τη μουλάρα ξαδέλφη του (που, όμως, αγαπάω τρελά) είναι ο πιο ευγενικός κι ευαίσθητος άνθρωπος που ξέρω. Φυσικά, gay – αν κι έκανα πολύ καιρό να το καταλάβω, πάντα θεωρούσα πως απλώς δεν κατάφερνε να βρει την (τέλεια) γυναίκα που θα του άξιζε. Μέχρι που βγήκαμε ένα βράδυ και τον συναντήσαμε αγκαλιά με έναν τύπο που μας σύστησε ως «τον φίλο του».


- Και καλά που ντύνεται υπέροχα, διαβάζει λογοτεχνία, λατρεύει τον Παπαϊωάννου και δεν τον είδες ποτέ με γυναίκα όλα τα χρόνια που τον ξέρεις – δε σου ‘κανε εντύπωση που δεν τον άκουσες ούτε μία φορά να μιλάει για προηγούμενες σχέσεις του; Ανέγγιχτος θα την περίμενε την εκλεκτή; με κορόιδεψε η εν λόγω μουλάρα όταν της εξέφρασα τη γνήσια έκπληξή μου για την αποκάλυψη των ερωτικών προτιμήσεων του ξάδελφού της.


Τι να της πω, την πάτησα. Και να πεις πως δεν έχω ομοφυλόφιλους φίλους; Ένα σωρό, γυναίκες και άντρες. Αυτός με ξεγέλασε.


Anyway, επαναλαμβάνω, περάσαμε όμορφα. Συζητήσαμε για τα καλοκαιρινά βράδια στην Αθήνα, τη ζωή εκτός συνόρων, μετά για τέχνη, βιβλία και μουσική, τα σύγχρονα ρεύματα του κινηματογράφου, την κληρονομιά των υπαρξιστών και τη νέα φιλοσοφία στην Ευρώπη, τον πειρασμό της αθωότητας και την κατάρα της ματαιοδοξίας και, προπαντός, τα περιθώρια να ενώσεις, χωρίς αντιφάσεις, τις φιλελεύθερες αξίες με την επανάσταση, στα πλαίσια πάντα μιας σεξουαλικά διεγερμένης συνείδησης.

Γύρισα σπίτι χαμογελαστή και ανάλαφρη, είχα καιρό να απολαύσω λεκτικούς διαξιφισμούς και διανοητικές ασκήσεις με αντιπάλους που άξιζαν τα λεφτά τους, είχα πολύ καιρό να νιώσω εύστροφη, επινοητική και αστεία. Είχα καιρό να μιλήσω με άλλους ανθρώπους σαν άνθρωπος.


Βασικά, είχα καιρό να είμαι ο εαυτός μου. Κολλημένη με το Βασίλη, με τις εμμονές του και το ταλέντο του και τη μονοχνωτιά του είχα ξεχάσει να είμαι έξυπνη.


- Και με τον Νίκο τι έγινε; με ρώτησε η Δέσποινα που τόση ώρα με άκουγε υπομονετικά να της εξιστορώ τηλεφωνικά τη βραδιά μας (σάμπως έχει και τίποτα καλύτερο να κάνει; Στη Νομαρχία δουλεύει, ήμαρτον!)


Α, ναι. Ο Νίκος. Που ήρθε απ’ την Αμέρικα διαθέσιμος κι ωραίος. Έχοντας χάσει κάπως το αλαζονικό περπάτημα των είκοσι, μα έχοντας κερδίσει μια νωχελική γοητεία που απόρρεε απ’ τη βραδύτητα των κινήσεων και τα μπάσα της φωνής του. Ο Νίκος με το ξεθωριασμένο μπλουζάκι του και τα λίγο πιο μακριά μαλλιά του.


- Ο Νίκος; Καλά. Λεπτομέρειες αύριο. Απόψε θα συναντηθούμε οι δυο μας.